Το μέλι τότε και τώρα: ένα θεϊκό προϊόν.

Το μέλι από την αρχαιότητα έως σήμερα, αποτελεί ένα
εμβληματικό ελληνικό προϊόν. Τα γλυκίσματα, μελττώματα και
πλακούντες, ενορχήστρωναν την πανδαισία της γεύσης, απλής και
νόστιμης, παράλληλα δε εκλεπτυσμένης. Ας μην ξεχνάμε, ότι η ελληνική
και μεσογειακή κουζίνα βασίζονται στην ελληνική αρχαιότητα και το
Βυζάντιο. Στο πλαίσιο αυτό, το μέλι αποτελεί βασικό προϊόν και
συστατικό της ελληνικής κουζίνα. Ο Υμηττός, είναι ίσως το βουνό
εκείνο, το φημισμένο σε ολόκληρο τον κόσμο-ήδη από την αρχαιότητα-,
για την εξαιρετική ποιότητα του μελιού του. Ο Θεόφραστος Σιμοκάττης,
βυζαντινός χρονογράφος, αναφέρει ότι, λόγω των πολλών θύμων-
θυμαριών δηλαδή, του Υμηττού και της Αττικής γενικότερα, το μέλι
αυτό είναι κάπως βαρύ, μυρίζει έντονα. Έτσι, δεν «επικάθηνται εν
αυτώ» οι μύγες, και, συνεπώς, δε χρήζει περαιτέρω επεξεργασίας. Για
τον λόγο της παρουσίας αυτών των θυμαριών σχεδόν παντού στην
Αττική, αλλά κυρίως στον Υμηττό, το βουνό αποκαλείται «μελίρρυτο»,
δηλαδή βουνό απ΄ όπου ρέει μέλι. Ομοίως, μελίρρυτος αποκαλείται ο
άνθρωπος που έχει λόγο ηδύ, γλυκύ, σα το μέλι…

Το μέλι, αποτελούσε βασικό έσοδο των αγροτών της αττικής
υπαίθρου, αλλά και των μονών, κυρίως του Υμηττού: την Καισαριανή ή
το μοναστήρι του Αη-Γιάννη του Προδρόμου στα «ορεινά» της Αγίας
Παρασκευής. Δίδεται ως δώρο αρκετές φορές σε σημαντικές
προσωπικότητες της εποχής, από τους καθηγούμενούς τους: παράδειγμα
ο ηγούμενος της Καισαριανής στον αρχιεπίσκοπο Αθηνών Μιχαήλ
Χωνιάτη ή ο Βασίλειος Κυνηγός, επίσης ηγούμενος του
προαναφερόμενου Αη-Γιάννη, προσφέρει μέλι, ρετσίνα και σαπούνι
λαδιού, πάλι στον Μιχαήλ.

Από πλευράς κουζίνας τώρα: το οξύμελον, είναι εκείνη η
γνωστή σάλτσα, η γλυκόξινη όπως λέμε σήμερα, το γνωστό μας
μπαλσάμικο. Γινόταν από μέλι και ξύδι, στις σωστές ποσότητες, και
νοστίμιζε λαχανικά σα σαλάτες, ψάρια αλλά και κρέας. Στα δε γλυκά, η
χρήση του μελιού είναι πολύ διαδεδομένη, καθ’ ότι δεν έχουμε ακόμα
χρήση της ζάχαρης. Έτσι, όπως το αλάτι συντηρεί με τον τρόπο του
παστώματος κρέατα και ψάρια, ως φυσικό συντηρητικό, το ίδιο
συμβαίνει με το μέλι στα γλυκά. Αποτελεί και αυτό συντηρητικό. Μέλι
με κυδώνια-μελίμελα δηλαδή-, βρασμένα και πολτοποιημένα-,
αποτελούσαν το κυδωνάτον, σήμερα γνωστό ως κυδωνόπαστο.
Επιπλέον, τα σημερινά γλυκά του κουταλιού, που ουσιαστικά
συντηρούνται με τη ζάχαρη και το λεμόνι ή και με κάποιες σταγόνες
γλυκόζης, την εποχή εκείνη που η ζάχαρη δεν ήταν διαδεδομένη,
βασίζονταν στο μέλι: φρούτα εποχής σα μαρμελάδες ή κεράσματα
γενικά, βράζονταν και αυτά και ζυμώνονταν πολτοποιημένα με το μέλι,
χαρίζοντας έτσι, την πλούσια σάρκα τους ως κέρασμα.

Επίσης, το «καρυδόμελι» ήταν ένα ιδιαιτέρως αγαπητό
κέρασμα. Μέχρι τις μέρες μας, σε αρκετές περιοχές της χώρας,
προσφέρεται το κέρασμα αυτό στους νεόνυμφους.Ο πάστελλος
(σημερινή μουσταλευριά), ο σήσσαμος ή σησσαμούς (παστέλι), τα
ψαθήρια (ξεροτήγανα ή δίπλες), τα λαλάγγια ή τηγανίδες ή ταγανίδες
(λουκουμάδες, τηγανίτες), το κοπτόν ή κοπτή ή καρυδάτον (αρχαίος και
μεσαιωνικός πρόγονος του μπακλαβά), ήσαν πλακούντες φτιαγμένοι και
με μέλι, ως βασικό συστατικό τους. Τα τραγήματα, οι ξηροί καρποί
δηλαδή, πολλές φορές αναμειγνύονταν με μέλι και προσφέρονταν, σ’ ένα
απογειωτικό κρεσέντο γευστικής πανδαισίας μέσα από τη λιτότητα και τη
γήινη ευωχία της αρχετυπικής, αγνής γεύσης τους.

Η διαχρονικότητα της χρήσης του μελιού ήδη από την
αρχαιότητα, αρκεί για να καταλάβει εύκολα κάποιος τη μεγάλη του

διάδοση και την ευλογία της ύπαρξής του. Για τον λόγο αυτό, η μέλισσα
θεωρείτο ιερή, και αποτυπωνόταν συχνά σε υπέροχα κοσμήματα.
Ονόματα που προέρχονται από τη λέξη μέλι, είναι άφθονα, κυρίως στις
αρχαίες πηγές, κυρίως ακκιδογραφήματα (γκράφιτι) κι επιγραφές
αναθημάτων: Μελισσώ, Μέλιττα, Μελίτη, Μελίττα, Μέλης κ.λ.π.
Πιθανόν, η χρήση των ονομάτων αυτών, αποτελεί μια ακόμα ισχυρή
ένδειξη, όχι μόνο της δημοτικότητας του μελιού και της γνώση της
παραγωγής και της χρήσης του, αλλά και της αγάπη και της
ευγνωμοσύνης που έτρεφαν οι άνθρωποι γι’ αυτό το ευλογημένο προϊόν:
έφταναν ν΄ αποκαλούν τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα με ονόματα «από
μέλι» και απ’ το μέλι.

Είναι, στ’ αλήθεια, μεγάλη ευλογία, το ότι και σήμερα
μπορούμε να γευτούμε το πανάρχαιο αυτό προϊόν, με το πάθος των
συγχρόνων μελισσουργών μας, άξιων απογόνων εκείνων των αρχαίων
και βυζαντινών γεωργών της αττικής, ακόμα μαγευτικής -παρά τους
«βιασμούς» που έχει υποστεί- αττικής υπαίθρου.